γλωσσοκομεῖον

γλωσσο-κομεῖον, τό, ([etym.] κομέω)
A case to keep the reeds or tongues of musical instruments, Lysipp.5: generally, casket, BGU824.9 (i A. D.), PLond.2.191.14 (ii A. D.): more freq. in form [suff] γλωσσό-κομον, τό, case, casket, Test.Epict.8.25, Apollod.Caryst.7, PTeb.414.21 (ii A. D.), PMag.Lond.122.55, etc.; = κιβωτός, chest(Ark), LXX 2 Ki.6.11 (v.l.); money-box, Ev.Jo.12.6, Plu. Galb.16; compartment in a water-organ, Hero Spir.1.42, cf. Aut.12.1; cage, Longin.44.5; coffin, prob. in AP11.3; rejected by Phryn.79:—also masc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλωσσοκομείον — γλωσσοκομεῑον και γλωττοκομεῑον, το (Α) [γλωσσόκομον] 1. κιβώτιο για τη φύλαξη γλωττίδων, στομίων τών αυλών 2. ορθοπεδική συσκευή για να συγκρατεί ακίνητο κάποιο εξαρθρωμένο ή σπασμένο μέλος τού σώματος 3. το γυναικείο αιδοίο …   Dictionary of Greek

  • γλωσσοκομεῖον — case to keep the reeds neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωττοκομεῖον — γλωσσοκομεῖον , γλωσσοκομεῖον case to keep the reeds neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωσσοκομείοις — γλωσσοκομεῖον case to keep the reeds neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -κόμος — ο, η, θηλ. και α (ΑM κόμος) β συνθετικό πολλών συνθέτων τής Αρχαίας και Νέας Ελληνικής που προέρχεται από το ρ. κομῶ, έω «περιποιούμαι, φροντίζω», που απαντά μόνο στην Αρχαία Ελληνική. Όλα αυτά τα σύνθετα είναι παροξύτονα σε αντιδιαστολή με… …   Dictionary of Greek

  • γλωττοκομείον — γλωττοκομεῑον, το (Α) βλ. γλωσσοκομείον …   Dictionary of Greek

  • κάμψα — Αρχαία μικρή πόλη στη δυτική ακτή της Χαλκιδικής. Από εκεί πέρασε ο στόλος του Ξέρξη κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του προς την Ελλάδα. Ίσως ονομαζόταν και Καναστραία. Έχουν διασωθεί ασημένια νομίσματα του 480 π.Χ. Αναφέρεται επίσης και ως… …   Dictionary of Greek

  • γλωττοκομείου — γλωσσοκομείου , γλωσσοκομεῖον case to keep the reeds neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλωττοκομείῳ — γλωσσοκομείῳ , γλωσσοκομεῖον case to keep the reeds neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.